Φωνές του κόσμου
Books that question more than they answer
Ξέρετε, έχω παρατηρήσει ότι αναζητώ όλο και περισσότερο βιβλία γραμμένα από ανθρώπους που δεν σκέφτονται όπως εμείς, δηλαδή δεν σκέφτονται στα ελληνικά. Από τη Λατινική Αμερική, την Ανατολική Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική… μέρη όπου η γλώσσα διαμορφώνει διαφορετικά τον τρόπο σκέψης.
Εκεί, αυτό που μένει χωρίς να ειπωθεί, είναι πλήρες. Γατί κάθε πολιτισμός έχει τον δικό του τρόπο να διαμορφώνει τη σκέψη, την ηθική και το νόημα. Ο ρυθμός μιας πρότασης μεταβάλλει την αίσθηση του χρόνου, της θλίψης, της ελπίδας.
Με ελκύει αυτή η διαφορά. Έχω σχεδόν εθιστεί σε αυτήν. Την χρειάζομαι. Με βοηθά να κατανοήσω καλύτερα τον εαυτό μου μέσα από τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι βλέπουν τα ίδια πράγματα τόσο διαφορετικά. Γι’ αυτό η ενότητα αυτή δεν ονομάζεται απλώς «ξένη λογοτεχνία». Αυτές οι “φωνές του κόσμου”, είναι ο τρόπος μου να κρατώ το μυαλό και την καρδιά μου ανοιχτά.
YOKO OGAWA
Η Αστυνομία της Μνήμης
Αυτό το βιβλίο είναι αθόρυβο, αλλά δεν είναι τρυφερό. Ούτε καν εύκολο.
Πράγματα εξαφανίζονται -αντικείμενα, αναμνήσεις, οι ίδιες οι σκέψης- και οι άνθρωποι απλά… συνεχίζουν. Προσαρμόζονται στα κενά με μια απόκοσμη, σχεδόν ευγενική ηρεμία.
Αυτό που πραγματικά μου έμεινε δεν ήταν η ίδια η εξαφάνιση. Ήταν το πόσο γρήγορα όλοι σταμάτησαν να την αμφισβητούν. Πώς έμαθαν να μην αναρωτιούνται πια.
Η γραφή της Ογκάουα είναι τόσο λιτή, τόσο καθαρή -σχεδόν υπερβολικά καθαρή- και αυτή η γυμνή γλώσσα κάνει την απώλεια να πονάει πιο βαθιά. Χωρίς θεατρινισμούς, χωρίς εξηγήσεις που σε κρατούν από το χέρι.
Αφού το τελείωσα, συνέχισα να σκέφτομαι: η μνήμη δεν είναι μόνο προσωπική. Είναι εύθραυστη, συλλογική, και όταν κάποιος αρχίζει να την σβήνει σκόπιμα, συστηματικά, αλλάζει την ίδια την αίσθηση του να είσαι άνθρωπος.
Μου άφησε μια σιωπηλή ανησυχία που δεν μπορώ να αποβάλλω.

MICHIKO AOYAMA
Η Βιβλιοθήκη των Κρυφών Ονείρων
Το Η Βιβλιοθήκη των Κρυφών Ονείρων με παρέσυρε από την πρώτη σελίδα. Δεν έχει μεγάλες περιπέτειες ή δράματα, είναι για καθημερινούς ανθρώπους που παλεύουν με μικρά-μεγάλα πράγματα: δουλειά που δεν ταιριάζει πια, ταυτότητα μετά από αλλαγές, μοναξιά μέσα στη πόλη. Και ξαφνικά μπαίνει η Sayuri Komachi, αυτή η λίγο μυστηριώδης βιβλιοθηκάριος, που χωρίς να ρωτάει πολλά, σου δίνει ένα βιβλίο που σου ταιριάζει ακριβώς. Και μαζί κάτι μικρό, μια μικρούλικη γάτα ή σοκολατάκι, που σε κάνει να νιώσεις λιγότερο μόνος.
Η γραφή είναι απλή, καθαρή, χωρίς περιττά. Δεν σε τραβάει από το μανίκι να κλάψεις ή να ενθουσιαστείς, απλά σε αφήνει να νιώσεις τα πράγματα σιγά-σιγά.
Αυτό που μου άρεσε περισσότερο είναι πόσο πιστεύει ότι η αλλαγή δεν χρειάζεται να είναι θεαματική. Αρκεί να σε δουν, να σε ακούσουν, να σου δώσουν το σωστό βιβλίο την κατάλληλη στιγμή. Ή την σωστή κουβέντα.
Αν ψάχνεις κάτι που να σε ηρεμήσει, να σε κάνει να σκεφτείς χωρίς να σε κουράσει, και να σου θυμίσει ότι τα βιβλία μπορούν να είναι σαν φίλοι, πιάσ’ το. Δεν είναι υπερβολικό – είναι ακριβώς ό,τι χρειάζεσαι.

VIKRAM CHANDRA
Κόκκινο Χώμα και Ραγδαία Βροχή
Αυτό το βιβλίο είναι σαν να μπαίνεις σε έναν κόσμο όπου οι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ, η μία γεννάει την άλλη, μύθοι, θρύλοι, ιστορία, όλα μπλέκονται.
Το Κόκκινο Χώμα και Ραγδαία Βροχή είναι από αυτά τα βιβλία που σε ρουφάνε και δεν σε αφήνουν εύκολα. Ξεκινάει με έναν πίθηκο που πληκτρολογεί (ναι, σοβαρά) για να σωθεί από τον θάνατο, και από εκεί ξετυλίγεται μια αλυσίδα ιστοριών: ο Sanjay, ένας ποιητής του 19ου αιώνα στην Ινδία, που ζει όνειρα, έρωτες, προδοσίες, αποικιοκρατία, μετενσαρκώσεις, μύθους… και παράλληλα τρία παιδιά στην Αμερική που ψάχνουν ποιοι είναι. Όλα μπλέκονται – θρησκεία, ιστορία, μύθος, πραγματικότητα – μέχρι που δεν ξέρεις πια πού αρχίζει το ένα και τελειώνει το άλλο.
Δεν είναι βαρετό ή ακαδημαϊκό. Είναι ζωντανό, γεμάτο φωνές, χιούμορ, θλίψη, ομορφιά. Ο Sanjay, αυτός ο ευαίσθητος ποιητής-Βραχμάνος του 19ου αιώνα, που αγαπάει τόσο τις λέξεις και την τέχνη, έγινε φίλος μου. Τον λυπήθηκα, τον θαύμασα, ήθελα να συνεχίσει να μιλάει.
Η τελευταία σελίδα δεν μου φάνηκε σαν το «τέλος του βιβλίου». Ένιωσα σαν να βγήκα από έναν τεράστιο, μαγικό κύκλο αφήγησης ο οποίος μου έλειπε .
Αν θες κάτι που να σε ταξιδέψει σε άλλους χρόνους και κόσμους, να σε κάνει να σκεφτείς τι σημαίνει να λες ιστορίες για να ζήσεις, πιάσ’ το. Είναι από τα πιο ξεχωριστά που έχω διαβάσει.

TOSHIKAZU KAWAGUCHI
Πριν κρυώσει ο καφές
Πριν αποκαλυφθεί η αλήθεια
Πριν ξεθωριάσει η μνήμη
Πριν πούμε αντίο
Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα συγκινηθώ καθισμένη σε ένα καφέ του Τόκυο… αλλά αυτά τα βιβλία το κατάφεραν. Μπορείς να γυρίσεις πίσω στον χρόνο, ναι, αλλά μόνο όσο είναι ζεστός ο καφές σου, και δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα σημαντικό. Οι κανόνες είναι αυστηροί, σχεδόν σκληροί, και αυτό ακριβώς δίνει βάρος στις ιστορίες.
Δεν μου έμεινε τόσο η ιδέα του ταξιδιού στον χρόνο. Μου έμειναν οι μικρές, πονεμένες στιγμές: κάποιος που λέει επιτέλους «σ’ αγαπώ» σε έναν γονιό που έχει φύγει, ή που κάθεται σιωπηλά δίπλα σε κάποιον που πλήγωσε και απλώς ακούει.
Ο Kawaguchi δεν βάζει δράμα. Γράφει πολύ απλά, σχεδόν γυμνά -το χαρακτηριστικό της Ασιατικής λογοτεχνικης κουλτούρας-, και γι’ αυτό κάθε σιωπή, κάθε ατελείωτη πρόταση, ζυγίζει τόνους. Αυτά τα βιβλία μου άφησαν μια ήσυχη θλίψη, αλλά και μια παράξενη παρηγοριά: μερικές φορές το να πεις αυτό που δεν είπες ποτέ, ακόμα κι αν είναι αργά, αρκεί.
Και αν έπρεπε να κρατήσω ένα μόνο πράγμα από όλη τη σειρά, είναι αυτό: Μίλα στους ανθρώπους που μετράνε για σένα, που είναι σημαντικοί στη ζωή σου, όσο τους έχεις δίπλα σου.

JÓN KALMAN STEFÁNSSON
Παράδεισος και κόλαση (Himnaríki og helvíti)
The sorrow of angels (Harrmur englanna)
The heart of man (Hjarta mannsins)
Αυτή η τριλογία του Stefánsson είναι από τα πιο δυνατά πράγματα που έχω δει στη σκανδιναβική λογοτεχνία, και μου αρέσει πολύ αυτό το είδος.
Γράφει σαν να μεταφράζει ποίηση σε πρόζα: πυκνό, ρυθμικό, απαιτητικό, σε κουράζει λίγο αλλά σε κρατάει επειδή έχει βάρος.
Οι σκηνές, τα τοπία – αυτα τα εκπληκτικάτοπία της Ισλανδίας-, οι απώλειες, οι καθημερινές μάχες, όλα τόσο έντονα που το νησί ζωντανεύει μόνο από τις περιγραφές. Σκληρό, αδυσώπητο, πανέμορφο. Μια γη από φωτιά και πάγο που μοιάζει με τους ανθρώπους που ζουν εκεί.
Αυτό που μου κόλλησε περισσότερο είναι το «εμείς» στην αφήγηση: συλλογικό, εκτεθειμένο, χωρίς προστασία. Δεν υπάρχει παρηγοριά, μόνο κοινή αντοχή. Η ιστορία κινείται σαν συναισθηματική καταιγίδα. Δεν σε λυπάται. Αλλά όταν σε αφήνει τελικά, μένει μια ήσυχη κάθαρση, κερδισμένη, μέσα απο ενα απιτητικό ανάγνωσμα, όχι δωρεάν.
Αν ψάχνεις βιβλία που σε ταρακουνούν, σε κάνουν να νιώσεις τον κόσμο αλλιώς και μετά σε αφήνουν πιο ήρεμο, πιάσ’ τα. Είναι αριστουργήματα. Και η Ισλανδία δεν ήταν ποτέ τόσο κοντά.
Δυστυχώς, είναι μεταφρασμένο μόνο το πρωτο της τριλογίας και μέχρι σήμερα (απο το 2017) δεν εχει προχωρήσει κάποια μετάφραση των άλλων δυο, που κυκλοφορούν στα αγγλικά.

JOSEPH KESSEL
Οι καβαλάρηδες (Les Cavaliers)
Για όποιον έχει βυθιστεί στις σελίδες των Καβαλάρηδων, το έργο του Ζοζέφ Κεσέλ δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα, αλλά μια σωματική εμπειρία. Παρόλο που ο Κεσέλ δεν ήταν Αφγανός, κατάφερε να ξεκλειδώσει τον κώδικα τιμής ενός πολιτισμού που τότε παρέμενε άγνωστος στη Δύση, μακριά από τουριστικές ωραιοποιήσεις.
Το buzkashi μου έμεινε βαθιά. Η περιγραφή αυτής της βίαιης, πραγματικής παράδοσης, ιππείς που παλεύουν πάνω σε άλογα πάνω από το πτώμα ενός ζώου, είναι συγκλονιστική, ωμή. Αποκαλύπτει την αντοχή, την υπερηφάνεια και την αίσθηση του να ανήκεις περισσότερο από όσο να σου ανήκουν. Ανήκεις στην στέπα και στην παράδοση που εχει σμιλευθεί απο την επιβίωση.
Το μυθιστόρημα είναι η ιστορία ενός πατέρα και ενός γιου. Της υπερηφάνειας που ωθείται στα όρια της αυτοκαταστροφής, της κληρονομιάς που μοιάζει τόσο βαριά όσο το πεπρωμένο. Η παράδοση εδώ εκπροσωπείται από τον σκληρό, αμετάκλητο κώδικα τιμής των νομάδων. Δεν υπάρχει χώρος για αδυναμία ή εξέλιξη. Η αξία του άντρα μετριέται αποκλειστικά με την αντοχή και την κυριαρχία του πάνω στο άλογο και τη φύση.
Ο ηλικιωμένος πατέρας που παρόλο αγαπά τον γιο του, φθονεί τη νεότητα του και τη δυνατότητά του να κερδίσει μια δόξα που ο ίδιος δεν μπορεί πια να διεκδικήσει. Και ο γιος που ζει κάτω από τη γιγάντια σκιά του πατέρα του, πρέπει να παλέψει με την αποτυχία του και την προδοσία της οικογενειακής τιμής που τον καθιστά «ανάξιο» στα μάτια των δικών του.
Διαβάζεται σαν έπος. Έτσι το ένιωσα εγώ.

